Ένα από τα πιο σοκαριστικά εγκλήματα της δεκαετίας του '90 στην Ελλάδα φέρει την υπογραφή του Αντώνη Δαγκλή, ενός νεαρού που μέσα σε λίγους μήνες μετέτρεψε τον φόβο σε καθημερινότητα για τις ιερόδουλες της Αθήνας.
Η δράση του αποκαλύφθηκε σταδιακά, μέσα από μια σειρά επιθέσεων που κορυφώθηκαν με δολοφονίες, αφήνοντας πίσω του ένα αιματηρό αποτύπωμα με τον πιο φρικιαστικό τρόπο.
Η πρώτη δολοφονία
Ήταν Οκτώβριος του 1995 όταν ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα της μεταπολίτευσης ήρθε στο φως και προκάλεσε πανελλήνιο σοκ. Στην εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας, κοντά στα διόδια της Τραγάνας, εντοπίστηκε το άψυχο σώμα της 29χρονης ιερόδουλης Ελένης Παναγιωτοπούλου. Η εικόνα που αντίκρισαν οι αστυνομικοί και ο ιατροδικαστής Χρ. Λευκίδης ήταν τόσο σκληρή, ώστε περιγράφηκε ως «εξτρεμιστικός κανιβαλισμός»: η γυναίκα είχε στραγγαλιστεί, τα σπλάχνα της είχαν αφαιρεθεί, είχαν κοπεί οι θηλές της και το σώμα της είχε τεμαχιστεί, με τα μέλη να βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα σημεία της περιοχής. Η φρίκη που προκάλεσε η υπόθεση ήταν απερίγραπτη και ο τρόμος εξαπλώθηκε ακαριαία στις «πιάτσες» των ιερόδουλων της Αθήνας.
Παρά τις εντατικές έρευνες, ο δράστης δεν εντοπίστηκε άμεσα. Ωστόσο, δύο μήνες αργότερα, ανήμερα των Χριστουγέννων, τυχαία από περαστικούς βρέθηκε δεύτερο πτώμα σε στενό στον Βοτανικό. Το θύμα ήταν η 26χρονη Αθηνά Λαζάρου, επίσης ιερόδουλη, η οποία είχε επίσης στραγγαλιστεί. Αν και το σώμα της δεν έφερε εκτεταμένη μεταθανάτια κακοποίηση όπως το πρώτο, οι ομοιότητες στη μέθοδο έδειξαν καθαρά ότι η αστυνομία είχε απέναντί της έναν μανιακό και κατά συρροή δολοφόνο.
Οι επιθέσεις σε ιερόδουλες
Στο μεταξύ, οι αρχές άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η δράση του άγνωστου άνδρα είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του 1995 είχαν σημειωθεί τουλάχιστον οκτώ επιθέσεις σε ιερόδουλες, όλες από έναν νεαρό που κυκλοφορούσε με λευκό φορτηγάκι, παρουσιαζόταν ως πελάτης και αμέσως μετά επιχειρούσε να τις στραγγαλίσει για να τις ληστέψει. Η πρώτη επίθεση είχε γίνει στις αρχές Σεπτεμβρίου στη συμβολή Σωκράτους και Ευριπίδου, με θύμα την 46χρονη Θ. Μαλέλη. Η γυναίκα είχε περιγράψει τον άγνωστο ως νευρικό και απότομο, όμως δεν φαντάστηκε τον κίνδυνο και δέχθηκε να τον ακολουθήσει· όταν εκείνος την απείλησε με μαχαίρι και της απέσπασε χρήματα, δεν κατήγγειλε το περιστατικό από φόβο.
Στις 7 Σεπτεμβρίου, ο ίδιος άνδρας αποπειράθηκε να στραγγαλίσει με σχοινί την 38χρονη Δ. Βεντούρη – Βλαχάκη κοντά στο ΣΕΦ και της πήρε 49.000 δρχ., ενώ λίγες ημέρες αργότερα επιτέθηκε στην 29χρονη Αλ. Μηλιώνη σε πάρκινγκ της οδού Χαριλάου Τρικούπη, επιχειρώντας στραγγαλισμό και αρπάζοντας 10.000 δρχ. Στα μέσα του μήνα, επιτέθηκε στην 31χρονη Κ. Μαγδαληνού στη Σόλωνος και Μαυρομιχάλη, αποσπώντας 100.000 δρχ. Αμέσως μετά, θύμα του έπεσε η Αγγλίδα Αν Χάμσον, την οποία οδήγησε σε ερημική τοποθεσία, της έσφιξε το λαιμό με σχοινί και την ανάγκασε σε στοματική επαφή, δηλώνοντας ότι «όλες οι πόρνες πρέπει να πεθάνουν». Η Χάμσον σωθήκε επειδή τον ικέτευσε εξηγώντας ότι προσπαθούσε να μαζέψει χρήματα για να επιστρέψει στην πατρίδα της.
Πώς έφτασαν στα ίχνη του
Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν στις αρχές Οκτωβρίου με θύμα τη 33χρονη Ευμ. Μπαρμπούδη, την οποία στραγγάλισε μερικώς και λήστεψε στη λεωφόρο Ποσειδώνος, και περίπου μία εβδομάδα αργότερα την Α. Ζαχαρίου στη Σόλωνος, την οποία χτύπησε, λήστεψε και απείλησε ότι «την επόμενη φορά θα την σκότωνε». Στις 18 Οκτωβρίου, επιτέθηκε και στην Π. Καϊτατζή, 29 ετών, επίσης στην Ποσειδώνος. Η αστυνομία ακόμη δεν είχε επίσημη καταγγελία, μέχρι τη στιγμή που βρέθηκε το πτώμα της Ελένης Παναγιωτοπούλου και όλες οι γυναίκες άρχισαν να μιλούν.
Μετά και τη δεύτερη δολοφονία, οι ιερόδουλες που είχαν δεχθεί επίθεση επισκέφθηκαν την Ασφάλεια και έδωσαν λεπτομερείς περιγραφές. Μέσα από φωτογραφίες σεσημασμένων δραστών, κατέληξαν όλες ανεξαιρέτως στον ίδιο άνδρα: τον 22χρονο Αντώνη Δαγκλή, έναν ξανθό νεαρό με γαλανά μάτια, ο οποίος εργαζόταν ως οδηγός στο εργοστάσιο «Πέρλα» στον Ρέντη. Ο Δαγκλής είχε παρελθόν. Σε ηλικία 14 ετών είχε κατηγορηθεί για αποπλάνηση ανήλικης και προφυλακιστεί για έξι μήνες, ενώ αργότερα συνελήφθη για παράνομη οπλοφορία, όταν περιφερόταν με μαχαίρι στον κήπο του Ζαππείου.
Η αστυνομία τον έθεσε σε διακριτική παρακολούθηση στη Νίκαια, όπου ζούσε σε ισόγειο διαμέρισμα με τη μητέρα του. Στις 24 Ιανουαρίου 1996 εντοπίστηκε να προσεγγίζει ιερόδουλες στη λεωφόρο Ποσειδώνος και συνελήφθη. Μέσα στο φορτηγάκι του εντοπίστηκαν ένα στρώμα από αφρολέξ, εργαλεία και ένας χειροποίητος σταυρός που ανήκε στο πρώτο θύμα, στοιχεία αρκετά για να επιβεβαιώσουν την ενοχή του. Κατά την ανάκριση ομολόγησε όχι μόνο τις δύο πρόσφατες δολοφονίες αλλά και άλλη μία του 1993, όταν ήταν μόλις 18 ετών, με θύμα μια 35χρονη ιερόδουλη που ποτέ δεν ταυτοποιήθηκε. Την είχε στραγγαλίσει κατά τη διάρκεια της επαφής, επέστρεψε αργότερα με πριόνι και μαχαίρια και τη διαμέλισε σε περισσότερα από 30 κομμάτια, πετώντας τα σε διάφορες περιοχές της Αθήνας.
Η σκληρή παιδική ηλικία
Το παρελθόν του αποκάλυψε ένα παιδί μεγαλωμένο μέσα στη φτώχεια και τη βία. Γεννημένος το 1974 στην Κοκκινιά, είχε ζήσει τη σκληρότητα ενός πατέρα που κακοποιούσε συστηματικά την οικογένεια. Ο πατέρας πέθανε όταν ο Δαγκλής ήταν 12 ετών, αφήνοντας πίσω του χρέη και βαθιά ψυχολογικά τραύματα.
Ο νεαρός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο για να εργαστεί ως οδηγός, ενώ η μητέρα του δούλευε σε κακόφημο μπαρ. Το γεγονός ότι πληροφορήθηκε μέσω γείτονα τη φύση της δουλειάς της και την είδε με πελάτη θεωρήθηκε το σημείο καμπής που διαμόρφωσε την παθολογική του σχέση με τις γυναίκες. Ο ίδιος παραδέχθηκε στην ανάκριση: «Έβλεπα τη μητέρα μου στο πρόσωπο των ιερόδουλων. Κάθε φορά νόμιζα πως σκότωνα εκείνη».
Η δίκη και η αυτοκτονία στο κελί 33
Η δίκη του Δαγκλή πραγματοποιήθηκε από τις 15 έως τις 23 Ιανουαρίου 1997 στο Μικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο της Αθήνας. Αντιμετώπιζε κατηγορίες για τρεις ανθρωποκτονίες, οκτώ απόπειρες ανθρωποκτονίας, δέκα ληστείες, δύο απόπειρες ληστείας, βιασμούς, παράνομη οπλοφορία και προσβολή μνήμης νεκρού. Παρά την παρουσία ενός μόνο θύματος στις καταθέσεις, της Αν Χάμσον, το αποδεικτικό υλικό ήταν συντριπτικό. Η μητέρα του, που κατέθετε ως μάρτυρας υπεράσπισης, υπέστη εγκεφαλικό μέσα στη δικαστική αίθουσα. Οι ψυχίατροι έκριναν ότι δεν έπασχε από ψυχική νόσο, παρά μόνο από σεξουαλική διαστροφή, και έτσι δεν του αναγνωρίστηκε ακαταλόγιστο.
Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο χωρίς κανένα ελαφρυντικό και τον καταδίκασε σε δεκατρείς φορές ισόβια κάθειρξη και 25 έτη φυλάκιση κατά συγχώνευση. Ο ίδιος αρκέστηκε να πει: «Δεν με κρίνατε δίκαια». Τα ξημερώματα της 2ας Αυγούστου 1997 βρέθηκε απαγχονισμένος στο κελί 33 του ψυχιατρικού καταστήματος των φυλακών Κορυδαλλού, δίνοντας τραγικό τέλος σε μια από τις πιο σκοτεινές μορφές του ελληνικού εγκλήματος.